Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Σπίτια γκρεμισμένα ....

24grammata.com/ Λόγος

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
 

Λίγες σκέψεις μπροστά στο μισογκρεμισμένο σπίτι του ποιητή Καρούζου στο Ναύπλιο και η αναπόφευκτη σύγκριση του “με το μεγάλο ελληνικό σπίτι” το οποίο, επίσης, καταρρέει

Πρόσφατα, το κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «Καθημερινή» φιλοξενούσε ένα ενδιαφέρον, σύντομο άρθρο, σχετικό έμμεσα, αλλά σαφώς την ίδια στιγμή, με τον πολιτισμό μας και το σεβασμό, ο οποίος επιδεικνύεται προς αυτόν. Το άρθρο αναφερόταν στην εγκατάλειψη του πατρικού σπιτιού του ποιητή Νικόλαου Καρούζου, στο Ναύπλιο της Αργολίδας. Η φωτογραφία μπορούσε εύγλωττα να αποκαλύψει του λόγου, το αναγκαίο, αληθές. Η αποτύπωση ενός δωματίου, με διαλυμένα παράθυρα, σωρούς σκουπιδιών και βιολογικού υλικού στα άλλοτε προσεγμένα, ξύλινα πατώματα, ένα τραπέζι με αποτρόπαια σύνεργα μιας εσωστρεφούς νεότητας. Τούτα συνιστούν το σκηνικό της εγκατάλειψης, όπως παρουσιάζεται στη σύντομη ανταπόκριση. Το ζήτημα έχει προεκτάσεις ενώ μια προσεκτικότερη εξέτασή ή μία, διά τούτης της αφορμής επισήμανση της σχετικής σημειολογίας, θα συνέβαλε αποφασιστικά στην εξαγωγή χρήσιμων, όσο και θλιβερών συμπερασμάτων.
Είναι γεγονός πως μες στο κλίμα της γενικής ανέχειας, τη στιγμή, την οποία ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών και κυρίως συνανθρώπων μας ζουν κάτω από το περίφημο όριο της φτώχιας, κρίνεται δευτερεύον το ζήτημα της διαμόρφωσης μιας ξεκάθαρης και ισχυρής, πολιτιστικής ταυτότητας, η οποία θα συντροφεύει και θα συνιστά το βασικό και καίριο αποτύπωμα του σύγχρονου, ελληνικού κόσμου. Συνιστά λοιπόν, ο πολιτισμός και η ανάδειξή του θέμα ελάσσονος σημασίας όταν άνθρωποι γύρω μας και δη νέοι, όντας σε άκρως παραγωγική ηλικία στερούνται της δυνατότητας δημιουργικής έκφρασης. Η θέσπιση ειδικών δελτίων στα δημόσια, σχολικά ιδρύματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου υποσιτισμού ανάμεσα στα παιδιά εργατικών, αθηναϊκών περιοχών αποτελεί μία ελάχιστη ένδειξη για τη γενικότερη, επικρατούσα κατάσταση.
Ο πολιτισμός, η έκφρασή του μέσω των τεχνών συνιστά λοιπόν μια αδιάφορη πια διαδικασία. Ο λόγος, οι μορφές, η θεατρική έκφραση ή ακόμα και ο φιλμικός λόγος δεν μπορούν να αποτελέσουν προτεραιότητα για μια εποχή και μια κοινωνία καταδικασμένη στη θλιβερή ατομικότητα της οικονομικής ανεπάρκειας.
Διατηρώντας πια την αφετηρία του άρθρου αλλά απομακρυνόμενοι από το ειδικό του βάρος, καλούμαστε να προβούμε σε συμπεράσματα. Ο σύγχρονος Έλληνας, εκείνος που καλείται με τον πλέον άκομψο τρόπο να εξασφαλίσει τα ελάχιστα για τη διαβίωσή του δεν διαθέτει πια κανένα έρεισμα, κανένα στήριγμα σε μια τραγική καθημερινότητα. Το λαμπρό, ιστορικό παρελθόν του φαντάζει πια αχνό, οι άνθρωποι που το έθρεψαν με την τέχνη τους τώρα περνούν στη λήθη, πρόκειται περί αδιάφορων ονομάτων στους παλαιούς μας τύμβους. Και όμως, σε τούτη την ιστορική συγκυρία οι άνθρωποι, οι οποίοι «τραγούδησαν» τούτο τον τόπο ορθώνονται ξανά ως σηματωροί. Είναι με άλλα λόγια εκείνοι που μπορούν να μας δείξουν τις αναγκαίες κατευθύνσεις. Σε κάθε εποχή, σε κάθε ιστορικό σταυροδρόμι και κάλεσμα ετούτου του λαού, ταγοί του αληθινοί και ειλικρινείς στάθηκαν πρόσωπα αναθρεμμένα από τα σπλάχνα του, από το κυρίως, δοκιμαζόμενο σώμα του. Για τούτο, λοιπόν το λόγο το άρθρο για το οίκημα Καρούζου έχει ένα εντονότατο ενδιαφέρον. Διότι δεν πρόκειται για ένα απλό οικοδόμημα, για ένα χώρο ο οποίος μπορεί να στηρίξει τις στεγαστικές ανάγκες ενός κέντρου νεότητας ή μιας κοινότητας θεραπευτικής.
Κάθε σπίτι, όπως αυτού του Νίκου Καρούζου κρατά μες στους τοίχους του το πνεύμα, εκείνο το οποίο συμβόλισε ο ποιητής, ο άνθρωπος. Και είναι σε τούτα τα υποστυλώματα που ο καινούριος άνθρωπος μπορεί να στήσει τις δοκούς του μέλλοντός του. Σε τέτοιες εποχές εξαθλίωσης, κατάργησης του συλλογικού οράματος εκείνοι που περιέγραψαν την οδύνη και προσέφεραν τη δημιουργική τους σκέψη στην κοινή πορεία ίσως να αποτελούν σήμερα το μόνο, αναγκαίο εφόδιο για τη χάραξη της πορείας. Μορφές απλές, καθημερινές, οι οποίες συνέλαβαν το στίγμα, όχι μιας εποχής, αλλά εκείνου που ορίζεται ως «ελληνικότητα» συνιστούν τώρα το βατήρα για τη διαφυγή από τις αγωνίες και τα «τέρατα» των καιρών. Σε αυτά τα ανθρώπινα στηρίγματα θα πρέπει να πιαστεί ο καινούριος Έλληνας για να αποφύγει το βέβαιο, όπως φαίνεται πνιγμό του. Και δεν πρόκειται περί σκουριασμένων λαβών, ανίκανων να σηκώσουν το βάρος της επίκαιρης απαίτησης. Οι άνθρωποι αυτοί με το λόγο και τη γεωμετρία, τον πνευματικό όγκο τους δεν μπορούν παρά να αποτελούν για κάθε εποχή το φωτεινό σηματοδότη, εκείνον που θα επιτρέψει τη διέλευση προς μια νέα πραγματικότητα, απαλλαγμένη από τις παθήσεις του φιλελευθερισμού, όπως ο τελευταίος εξαπλώθηκε και διείσδυσε καταλυτικά σε κάθε δράση και κάθε τομέα.
Το σπίτι του Καρούζου στο Ναύπλιο είναι πολλά περισσότερα από όσα δείχνει. Συνιστά μια ολόκληρη ήπειρο, ένα καταφύγιο για να προφυλαχτούμε από τις καταρρακτώδεις απελπισίες του καιρού. Η πνευματικότητα, η οποία εκπέμπεται και συμβολίζεται μέσω αυτού μπορεί και με σιγουριά θα υπερισχύσει των ανώφελων πλατιασμών, με τους οποίους σπάρθηκε η καταρρέουσα τάξη των πραγμάτων. Η νέα γενιά, έχοντας συνειδητοποιήσει την ανώφελη πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας προς μια τεχνοκρατικότερη αντίληψη γυρεύει να προσδιορίσει εκ νέου τα όρια, τα σύνορα ενός αγέννητου, ακόμα ελληνισμού πασχίζει να ορίσει. Και υφίσταται πια ξεκάθαρο, έπειτα από την αποτυχία ενός δόγματος, πως η ελευθερία της σκέψης, η προσήλωση στα ζητήματα του φωτός, όπως στηρίχτηκαν από την ελύτεια ποίηση, η αγωνιώδης κραυγή του Κατσαρού, η βαθιά δομή του κινηματογραφικού λόγου, το «ελληνικό» δοσμένο όπως είναι, προφυλαγμένο μες στον παρθενικό υμένα της φυσικής ζωγραφικής του Θεόφιλου, η αυτοκριτική της αποτυχίας της άρχουσας τάξης και όσων πρεσβεύει από τον ποιητή Σεφέρη, ο καβαφικός λόγος, η κριτική, ελληνική σκέψη, κοσμοπολίτικη, ρευστή, προσανατολισμένη στο ανθρώπινο στοιχείο, είτε αυτό ταυτίζεται με την ηδονιστική πλευρά του, την πολιτική, την καθημερινή, η ανατρεπτική συλλογιστική, εκφρασμένη με την ονειρική και υπερρεαλιστική αναλαμπή του Ρίτσου. Όλα τούτα είναι ορόσημα, δείχνουν και αποδεικνύουν την ίδια στιγμή το ελληνικό πνεύμα, τη δομή και το νεωτερισμό, ο οποίος τόσο καθολικά το χαρακτηρίζουν. Από τούτα τα στοιχεία και άλλα τόσα, σπουδαία και συστατικά, διέπεται η ελληνική σκέψη και σε τούτα στρέφεται πάντα, μεταβάλλοντας τη δημιουργική εσωστρέφειά του προς μια επικρατούσα, εξωστρεφή συμπεριφορά, με την οποία συνδιαλέγεται και καθίσταται οικουμενική στις προτάσεις και την εκφορά της.
Διατυπώνονται ήδη αρκετές απόψεις διαμαρτυρίας για την τραγική κατάσταση της οικίας Καρούζου στην αργολική γη. Ίσως η ιδιωτική πρωτοβουλία εξασφαλίσει τη λύση στο όλο θέμα, ίσως πάλι ετούτη η κατάσταση να απαιτεί μια γενικότερη μεταβολή της σύγχρονης θεώρησης, όχι για εκείνο που καλείται μνημείο, μα για εκείνο, το οποίο μπορεί να αποφύγει την ιστορική του αποκατάσταση και να παραμείνει παροντικός παράγοντας πολιτισμού. Η αναλογία χαρακτηρίζει το ακόλουθο, υποβλητικό παράδειγμα. Αφορά το «μεγάλο, ελληνικό σπίτι», εκείνο που καταρρέει, παρασύροντας τοίχους, οροφές, ενοίκους. Όλοι στοιβαγμένοι με συντρίμμια δεν μπορούν πια να αρθρώσουν λόγο. Για να σωθούμε, λοιπόν, πρακτικά μιλώντας, ίσως θα πρέπει, ίσως να ήρθε ο καιρός να στήσουμε ισχυρότερα θεμέλια σε τούτη τη σπουδαία οικεία, να κρατήσουμε όρθια την οροφή, τώρα που έχει παραστεί η ανάγκη να αναλάβουν όλα και εμείς μαζί, μια οδό κατά τον ουρανό. Εκείνη που κάποτε επαναλάβαμε, εκείνη που διδασκόμαστε ακόμα, εκείνη που θα σταθεί για όλους τους καιρούς, η μόνη, η πιο αρμόζουσα, πέρα από εθνικοφροσύνες και ληγμένα δόγματα, οδός διαφυγής. Ο ρόλος, τον οποίο απέδωσε ο Βάρναλης κάποτε στη σολωμική παρουσία, φαντάζει επίκαιρος, λυτρωτικός, στοχευμένος και ακριβής. Ο καινούριος Έλληνας συνιστά έναν ζωντανά, μεταβατικό άνθρωπο. Όχημα, η σπουδή του παρελθόντος, η επικαιροποίηση μιας πνευματικής, λαμπρής «υπερβατικής, άρχουσας τάξης.»  Στην ελληνική πίστη θα πρέπει να στραφούμε, στην τόσο ξεχωριστή, τώρα που βρισκόμαστε εμπρός σε συγχύσεις, αοριστίες, σε φρούδες παρηγοριές εκκλησιαστικών ταγών. Τώρα που κινδυνεύουμε να χαθούμε, απλά και μόνο γιατί το αίσθημα της ψυχής μας δεν το κοινωνούμε, μα το εξαντλούμε ή στην καλύτερη τω περιπτώσεων το λησμονούμε, το αγνοούμε περιφρονητικά.

(24γραμματα)

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ. (ΙΧ. ΜΠ) ....

Θρακικός Αντίκτυπος (ένθετο του 24grammata.com)

Γράφει ο Αντγος Ε.Α Νικόλαος Φωτιάδης, Επίτιμος Υδκτής Δ’ΣΣ

4 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1919.

Το φθινόπωρο του 1918 υπήρξε περίοδος αποφασιστική για την έκβαση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την συντριβή των Γερμανοβούλγαρων και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον Σεπτέμβριο του 1918, η Γαλλική Στρατιά της Ανατολής με τον Στρατηγό Φρανσαι Ντ’ Εσπεραί, προήλασε και κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη και έφθασε μέχρι τον Βόσπορο.
Τότε έγιναν σκέψεις ( σε σκοτεινά κέντρα λήψεως αποφάσεων) να δημιουργηθεί Γαλλικό Προτεκτοράτο στην Θράκη, κατά τα πρότυπα της Συρίας και του Λιβάνου.
Η πληροφορία μεταδόθηκε από τον διερμηνέα των Γάλλων Έλληνα Στρατιώτη Ανέστη Πολυχρονιάδη στης Ελληνικές Αρχές, ενημερώθηκε ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος και μετά από συνάντηση του με τον Γάλλο Πρωθυπουργό Κλεμανσώ αποφασίστηκε η συμμετοχή της Ελληνικής Μεραρχίας (ΧΙ Μεραρχία Πεζικού) στα Στρατεύματα κατοχής στην περιοχή Παρανεστίου (Μπούκια) – Αβδηρών (Μπουλούστρα) – Ιάσμου (Γιασίκϊοι) Κομοτηνή.
Ο Αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων Ανατολής Φρανσαι Ντ’ Εσπεραί, απέστειλε στον Έλληνα Αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο σημείωμα με οδηγίες για τον τρόπο καταλήψεως από τα Ελληνικά Στρατεύματα της Θράκη, στο οποίο μεταξύ άλλων έγραφε: “η παραχώρηση της Θράκης εις την Ελλάδα θα είναι δίκαια αμοιβή δια την λαμπράν συμμετοχήν του Ελληνικού Στρατού εις τας εν Ανατολή επιχειρήσεις …”.
Η ΙΧ Μεραρχία με διοικητή τον Υποστράτηγοι Γεώργιο Λεοναρδόπουλο (25ο Σύνταγμα Πεζικού, 26ο Σύνταγμα Πεζικού, 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων) μετακινήθηκε από την περιοχή του Κιλκίς και στις 3 Οκτωβρίου 1919 με το Μηχανικό της γεφύρωσε το Νέστο ποταμό σε δυο σημεία (Τολότς και Παρανέστι). Το πρωί της 4ης Οκτωβρίου το 1ο Τάγμα του ηρωικού 25ου Συντάγματος (Συνταγματάρχης Μεσσήνης Δημήτριος) και η 9η Ημιλαρχία Ιππικού πέρασαν το Νέστο και περί την 1100 ώρα εισήλθαν στην πόλη της Ξάνθης. Επικεφαλής των τμημάτων με εντολή του Στρατηγού Λεοναρδόπουλου ήταν ο Ξανθιώτης Ανθυπολοχαγός Μηχανικού Γαβριήλ Λαδάς.
Η είσοδος των Ελληνικών Στρατευμάτων στην Ξάνθη έθεσε επιτέλους τέρμα στα βάσανα του υπερήφανου λαού της, κυρίως κατά την περίοδο της Βουλγαρικής κατοχής (1913 – 1919). Πρώτος Δήμαρχος διορίστηκε ο Χριστόδουλος Μπρωκούμης, ο οποίος παρέλαβε από τον Βούλγαρο υπάλληλο του Δήμου Πασάρωφ (ο Βούλγαρος δήμαρχος Κούδεφ είχε φύγει στην Βουλγαρία).
Η Ελληνική σημαία κυμάτισε πάλι στο ωρολόϊ της πλατείας και άρχισαν να επιστρέφουν στην αγαπημένη τους Ξάνθη, όσοι είχαν αναγκασθεί να φύγουν κατά την διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής.

(24γραμματα)

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Υπουργείο Εξω(φρεν)ικών ....

Θυμάστε τις θριαμβολογίες πριν από μερικές εβδομάδες για την κατ' αρχάς θετική απόφαση της Τουρκίας να ικανοποιήσει το αίτημα των Ιμβρίων για την άδεια επαναλειτουργίας ελληνικού μειονοτικού σχολείου στην Ίμβρο; Απλώς επισημαίνουμε ότι αυτού του είδους τα αιτήματα έχουν συμβολική σημασία, επί της ουσίας, όμως, μάλλον δεν έχουν ιδιαίτερη αξία.
— Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ήδη γίνεται έκκληση να βρεθεί έστω και ένας μαθητής για να γραφτεί στο σχολείο. Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο και έχει να κάνει με την επιστροφή περιουσιών, την ασφάλεια διαβίωσης στο νησί, που θα επιτρέψουν έτσι πιθανόν την επανεγκατάσταση ξεριζωμένων Ιμβρίων στο νησί τους. Και τότε θα υπάρχουν και παιδιά που θα εγγραφούν στο σχολείο.

  • • Η παρουσία ενός διπλωμάτη σε συγκεκριμένο πόστο μπορεί μερικές φορές να είναι καταλυτική για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Δεν θα αναφερθούμε στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά θα δανειστούμε ένα παράδειγμα από την Κύπρο. Ο φρενήρης ρυθμός στη βελτίωση των σχέσεων της Κύπρου με το Ισραήλ δεν είναι άσχετος με την παρουσία στην κυπριακή πρεσβεία στο Τελ Αβίβ του πρέσβη Τάσου Τζωνή, ικανότατου διπλωμάτη, που αποτέλεσε και έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Τάσσου Παπαδόπουλου.


— Μέχρι τότε ας είμαστε επιφυλακτικοί, καθώς για τέτοιες ανέξοδες κινήσεις συνήθως πληρώνουμε μάλλον ασύμφορο τίμημα στη Θράκη και αλλού...
— Δεν θα κουραστούμε να θέτουμε το ερώτημα ξανά και ξανά. Πόση ανοχή μπορεί να δείξει κάποιος σε ανθρώπους που, υποτίθεται, ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα της χώρας και την ίδια ώρα κανακεύουν τους δυο ψευδομουφτήδες της Κομοτηνής και της Ξάνθης; Απλώς να σας ενημερώσουμε ότι οι κ. Α. Μέτε και Ι. Σερήφ ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στα Κατεχόμενα για να προσκυνήσουν το φέρετρο του Ραούφ Ντενκτάς και να φωτογραφηθούν δίπλα στους τούρκους επισήμους…

  • • Θα μου πείτε, τι μας φταίνε οι ψευτομουφτήδες και οι προστάτες και συνεργάτες τους στη Θράκη και στο Κοινοβούλιο, όταν ακόμη και από την ελεύθερη Κύπρο υπήρξαν άνθρωποι που φρόντισαν να περάσουν στα Κατεχόμενα διακριτικά για να δώσουν συλλυπητήρια στον υιό του κατοχικού ηγέτη, τον Σερντάρ Ντενκτάς…


— Μεγάλη επιτυχία της ελληνικής πολιτικής, όπως την πληροφορηθήκαμε από δημοσιεύματα προερχόμενα προφανώς από επίσημες ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ. Ο ευρωβουλευτής, πρώην υπουργός, ντόκτωρ Δημήτριος Δρούτσας εξελέγη (αντι)πρόεδρος της Επιτροπής... Βιομηχανίας και Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απ' όπου θα συμβάλλει πλέον στην πρόοδο και ευημερία της Γηραιάς Ηπείρου.
— Οποία… αθλιότης. Η κ. Άννυ Ποδηματά, η οποία ως δημοσιογράφος κατέφευγε για πληροφορίες στους παρά τον Γιώργο κηπουρούς, σε αντίθεση με τον συνάδελφό της, εξελέγη αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο σύνολό του και όχι στην Επιτροπή Βιομηχανίας κ.λπ.
— Πρέπει να παρατηρήσει κανείς, πάντως, ότι σε αντίθεση με τον Σ. Λαμπρινίδη, που επέδειξε σεμνότητα τόσο κατά την άσκηση των καθηκόντων του όσο και αμέσως μετά την απομάκρυνσή του από το υπουργείο Εξωτερικών, ο κ. Δρούτσας, ο οποίος, αν θυμάστε, προέβαινε και σε συστάσεις προς τους βουλευτές, συνεχίζει να παραδίδει μαθήματα στον ελληνικό πολιτικό κόσμο.
— Σε εκδήλωση του Ευρωκοινοβουλίου τον είδαμε να ξιφουλκεί εναντίον του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, που αντιστέκεται στις μεταρρυθμίσεις και αλλά τέτοια όμορφα. Το θέμα όμως που τίθεται, αλλά προφανώς δεν το ήξεραν οι συνομιλητές του για να το θέσουν, είναι ότι και ο ίδιος ως εκπρόσωπος του πιο χαρακτηριστικού πολιτικού κατεστημένου, και μάλιστα ως διορισμένος από τον αρχηγό, διαχειρίστηκε δημόσιο χρήμα για το οποίο όσον αφορά τις απόρρητες δαπάνες υπάρχει σοβαρό θέμα αδιαφανών μεθόδων τουλάχιστον στην υπέρογκη αύξησή τους κατά τη διάρκεια της θητείας του.

  • • Για να μην ξεχνάμε ότι μεμπτό δεν είναι μόνο να μην είναι καλός «μεταρρυθμιστής» ένας υπουργός που δεν απολύει ή αντιστέκεται στην πλήρη κατάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, όπως αντιλαμβάνεται τις «μεταρρυθμίσεις» η «τρόικα», αλλά και η αδιαφανής διαχείριση δημόσιου χρήματος.


— Αλλά προφανώς το «κρείττον σιγάν» δεν διδάσκεται στα αυστριακά πανεπιστήμια…
— Επεισόδια και εντάσεις προκαλούνται διαρκώς τους τελευταίους μήνες στα Σκόπια, με τους Αλβανούς να δηλώνουν την παρουσία τους και τη διαφορετικότητά τους με κάθε ευκαιρία, από τις πολλές που τους δίνει ο κ. Γκρούεφσκι. Ο σκοπιανός πρωθυπουργός με τον σκληρό εθνικισμό του προσβάλλει και την αλβανική συνιστώσα του κράτους, κι αυτό δεν μπορεί παρά να έχει συνέπειες. Οι Αλβανοί όλο και περισσότερο νιώθουν ότι ο μακεδονισμός του κ. Γκρούεφσκι δεν είναι μόνο εναντίον της Ελλάδας, αλλά και των ιδίων, καθώς με τη σφραγίδα της «Μακεδονίας» και της «μακεδονικής ταυτότητας» επιχειρείται η διαγραφή του αλβανικού στοιχείου, το οποίο σύντομα, λόγω της δημογραφικής αύξησής του, θα ξεπεράσει το σημερινό πλειοψηφούν σλαβικό στοιχείο…
— Αυτή η εσωτερική αντίθεση της ΠΓΔΜ όλο και θα κλιμακώνεται, όσο ο κ. Γκρούεφσκι και οι συν αυτώ επιμένουν στον στείρο και σκληρό εθνικισμό τους. Έτσι, λοιπόν, η υπόθεση αυτή αφορά και την Ελλάδα, η οποία μπορεί και πρέπει να δείξει στο αλβανικό στοιχείο ότι το συμφέρον του δεν εστιάζεται ούτε στη διατήρηση της συνταγματικής ονομασίας, ούτε στην ανέγερση μνημείων με αναπαραστάσεις της «Μεγάλης Μακεδονίας», που περιλαμβάνουν εκτός της Βόρειας Ελλάδας και τμήμα της Αλβανίας.
— Ο Σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών έκοψε την πίτα του και τίμησε δυο προσωπικότητες για τη στήριξη που έχουν προσφέρει στην ορθοδοξία, τον πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα στην Πόλη.
Στην εκδήλωση φέτος τιμήθηκαν ένας ομογενής, ο δρ. Αντώνιος Λυμπεράκης, άρχων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις ΗΠΑ, και ο Βασίλειος Μπορνόβας, τ. γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη.
— Στο δελτίο Τύπου ο Σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών αναφέρει για τον κ. Μπορνόβα: «Με ρηξικέλευθες απόψεις και πράξεις που αγγίζουν τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης και του μέλλοντος του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, ανέδειξε το Σισμανόγλειο Μέγαρο σε υποδειγματικό κέντρο διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας αλλά και της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνων. Απομένει τώρα η συνέχιση του ιστορικού και εθνικού αυτού έργου...».
— Ας ελπίσουμε ότι και στο υπουργείο Εξωτερικών έχουν την ίδια αντίληψη για το έργο που πρόσφερε ο έλληνας διπλωμάτης, δημιουργώντας ντε φάκτο ένα σημαντικό Πολιτιστικό Κέντρο και Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στο κέντρο μιας από τις πιο σημαντικές ιστορικές εστίες του Ελληνισμού.
— Προκαλεί απορία η σπουδή της Διεύθυνσης Προσωπικού του ΥΠΕΞ να αντικατασταθεί ο σύμβουλος ΟΕΥ στο Μπουένος Άιρες με αφορμή την ασθένεια του νυν υπηρετούντος συμβούλου...

Πηγή : www.paron.gr

Επιτροπή Ενημερώσεως επί των Εθνικών Θεμάτων

Οι Ασσύριοι για τη Γενοκτονία

Έκκληση-Αίτημα προς το Κοινοβούλιο του Ισραήλ να αναγνωρίσει την Ασσυριακή και Ελληνική Γενοκτονία
 Επιμέλεια Δρ. Βασιλείου Θ. Μεϊχανετσίδη με πληροφορίες από το Ασσυριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ΑΙΝΑ...

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Οι Γιορτές της Γης είναι ένα οικολογικό και πολιτιστικό φεστιβάλ στο χωριό Βλάστη Κοζάνης

Η ιδέα ηχούσε παράξενα πριν από εννιά χρόνια: μια οικολογική γιορτή στη Βλάστη Κοζάνης, ένα ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, σε υψόμετρο 1.240 μέτρων. Σε μια εποχή που οι συλλογικότητες υποχωρούν, το περιβάλλον φαίνεται να απασχολεί όλο και λιγότερο τους πολίτες και επιπλέον επιλέγοντας έναν τόπο μακρυά από πολυσύχναστους καθιερωμένους τουριστικούς προορισμούς που γειτνιάζει με μια περιοχή περιβαλλοντικά υποβαθμισμένη από τα θερμοηλεκτρικά εργαστάσια της ΔΕΗ, η διοργάνωση των Γιορτών της Γης έδινε την εντύπωση ενός πρόωρα χαμένου στοιχήματος.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Το πρόβλημα της παράδοσης. [Η προφορική παράδοση με αφορμή τον Καραγκιόζη] ...

Γιάννης Κιουρτσάκης
-

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τι αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, όπως κάθε πράγμα της ζωής, μέσα στη φθορά και την αλλαγή, τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα.

Γιώργος Σεφέρης

-

ΑΣ ΑΡΧΙΣΩ μ’ ένα επεισόδιο του Καραγκιόζη, που μου αρέσει να μνημονεύω. Ο Μπαρμπαγιώργος, που δεν ξέρει γράμματα και θέλει να στείλει γράμμα στο χωρίο του, πάει να βρεί τον διορισμένο από το σεράι γραμματικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ανηψιό του: τον εξίσου αγράμματο αλλά θεομπαίχτη Καραγκιόζη που, όπως συνήθως, δήλωσε μιάν ιδιότητα με την οποία δεν έχει καμία σχέση και ανέλαβε «επισήμως και δημοσίως» καθήκοντα γραμματικού. Έκπληξη του Μπαρμπαγιώργου, ανάμικτη με θαυμασμό για το «γραμματιζούμενο ανιψίδι του», αλλά και με δυσοίωνα προαισθήματα για κάποιο επικέιμενο «χ’ νέρι». Αλλά ο αμαθής βλάχος, αντικρίζοντας τον ψευτογραμματικό, καθώς η επιστολή που σχεδιάζει να στείλει περιέχει ένα λυπητερό, καταπώς αισθάνεται, μήνυμα – το μήνυμα ότι το «π’δί τον Μητρούση τον πήραν αστρακαθιώτη (= στρατιώτη) και τον φράγκεψαν και του δώσαν μια καραμούζα να γυρίζει στα παζάρια και να κάνει τάρ τάρ τάρ» – απαιτεί, λοιπόν, το γράμμα αυτό να πάει «κλαφτό και μοιριολογιστό», ακριβώς όπως το υπαγορεύει· και προστάζει τον ανηψιό του να κλαίει κι αυτός την ώρα που γράφει, ώστε να ολοκληρωθεί η «κλαφτή» διαβίβαση. Φυσικά, ο Καραγκιόζης, που έτσι κι αλλιώς «γράφει» στα κουτουρού, σαν γνήσιος «γραμματοτυφλός» που είναι (ο χαρακτηρισμός δικός του), όχι μόνο δεν κλαίει αλλά σκάει στα γέλια. Καθώς όμως ο μπάρμπας του αγριεύει, σκαρφίζεται, για να ξεφύγει, ένα τέχνασμα: να βάλει τον αδαή χωριάτη να μιλήσει δήθεν στο τηλέφωνο – «τηλέφωνο» που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα χωνί παλιού γραμμοφώνου – ενώ ο ίδιος θα μιμείται από την άλλη άκρη του χωνιού τη φωνή της θειά-Γιωργούλας, της παραλήπτριας του γράμματος. Θάμβος του Μπαρμπαγιώργου, καθώς ακούει δίπλα του τη θειά-Γιωργούλα, δίχως να τη βλέπει· θάμβος μπροστά στα πράματα και τα θάματα που βγάζει κείνη η «Ογρωπή»: ως τη στιγμή που ανακαλύπτει το «χ’ νέρι» – και η σκηνή τερματίζεται με το ξυλοφόρτωμα που φαντάζεστε[1].

Έλεγα πως το επεισόδιο αυτό μου αρέσει να το μνημονεύω. Και τούτο γιατί, κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι, μένω με τη σειρά μου έκθαμβος μπροστά στα πράγματα που μπορεί να κουβαλάει ένα λαϊκό θέατρο – πράγματα που κι εγώ και κάμποσοι άλλοι προσπαθήσαμε να μελετήσουμε, ξεκινώντας από το παράδειγμα του Καραγκιόζη ή κάποιο ανάλογο, χωρίς, ωστόσο, πιστεύω, ο εκτενής θεωρητικός μας λόγος να εξαντλήσει ποτέ όλα όσα με άκρα πυκνότητα και οικονομία μας λέει μια τέτοια σκηνή. Συνοψίζω: από τη μια, ο αγράμματος βοσκός, ο πρωτόγονος χωρικός που η φιγούρα εξεικονίζει μόνη της έναν κόσμο: τον κόσμο του αγροτικού πολιτισμού, της προφορικής παράδοσης, της αμιγώς προφορικής επικοινωνίας. Από την άλλη, ο παμπόνηρος κατεργάρης της πόλης, ο Καραγκιόζης, που παίζει εδώ αδιαίρετα τον ρόλο του αγύρτη, του τσαρλατάνου, και εκείνον του δημόσιου υπάλληλου του σεραγιού, δηλαδή την ανίκανη και διαφθαρμένη γραφειοκρατία ενός υπανάπτυκτου και υποδιοικούμενου κράτους· που εξεικονίζει έτσι πιο πλατιά τον κόσμο της νεοελληνικής πόλης, όπως αυτός εμφανιζόταν στην εποχή της ακμής του Καραγκιόζη – κι ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν. Από τη μια, η αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας που, καθώς κινητοποιεί όλες μαζί τις αισθήσεις, δίνει στον κάθε συνομιλητή  τη δυνατότητα να μεταδώσει όχι απλώς μια πληροφορία, αλλά τον καημό του, τον πόνο του, την ψυχή του· να βάλει στον λόγο του ολόκληρο τον εαυτό του όχι μόνο με όσα λέει, αλλά και με τον τρόπο που τα λέει, με τον ρυθμό και τον τόνο της φωνής του, με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου του, με τις χειρονομίες του ή ακόμα μ’ ένα τραγούδι, όπως είναι το μοιρολόγι. Από την άλλη, η γραφή που, κατά τα φαινόμενα, παίρνει αυτόν τον ολοζώντανο λόγο, αυτήν την πολυεπίπεδη επικοινωνία και τους φυλακίζει σ’ ένα άψυχο και επίπεδο φύλλο χαρτιού, φορτωμένο με τα αφηρημένα σχήματα που λέγονται γράμματα· που φτωχαίνει, με άλλα λόγια, αυτήν την έκφραση κι αυτήν την επικοινωνία, όσο τουλάχιστον ο Μπαρμπαγιώργος δεν γίνεται συγγραφέας: όσο δεν κατορθώνει όχι απλώς να μάθει γράμματα, αλλά και να κατακτήσει το στοιχειώδες εκείνο ύφος γραφής, χάρη στο οποίο ο καημός του, που εκδηλώνεται τόσο σπαρταριστά στον προφορικό του λόγο, θα περνούσε κάπως στο γράμμα του. Όμως, για την ώρα, όχι μόνο δεν διακρίνουμε τέτοια προοπτική, αλλά και τα γράμματα στα οποία υποτίθεται ότι μετατρέπονται τα λόγια του Μπαρμπαγιώργου δεν είναι παρά οι άθλιες μουντζούρες, του οποίου θύμα πέφτει και πάλι ο ταλαίπωρος βλάχος. Εκείνο που παίζεται μπροστά μας είναι η εκμετάλλευση του αγράμματου κόσμου της υπαίθρου από τους δήθεν γραμματισμένους αστούς, τους κάθε λογής ψευτο-επιστήμονες ή μισο-επιστήμονες της νεοελληνικής πόλης· και είναι, ακόμα γενικότερα, η αλλοτρίωση που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο νεωτερικός πολιτισμός όταν εισβάλλει βίαια σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Ένα δράμα που παίζεται επίσης σε αμέτρητες παραλλαγές και στη σκηνή της ζωής μας – στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω.

Τώρα ας θυμηθούμε πρόχειρα και επί τροχάδην λίγα ακόμα καραγκιοζίστικα δρώμενα. Ας θυμηθούμε πώς αυτός ο «λουμποδύτ’ ς», ο Καραγκιόζης, δεν βρίσκει άλλον προστάτη, κάθε φορά που αντιμετωπίζει την εξουσία και τα όργανά της, από αυτόν ακριβώς τον εξαπατημένο βλάχο – το αίμα του. Ας θυμηθούμε την παροιμιώδη φράση του τελευταίου, όταν αντικρίζει το ανιψίδι του στα χέρια του Βεληγκέκα: «Έχει και μπάρμπα το π’ δί!». Οικογενειακό και εθνικό φιλότιμο, συγγενική αλληλεγγύη, σχέσεις προστασίας, στενοί δεσμοί του χωριού με τη μόλις σχηματισμένη νεοελληνική πόλη: όλα αυτά τα βιώματα, όλες αυτές οι σχέσεις, όλες αυτές οι ιδεολογικές αξίες και οι ψυχικές στάσεις του νεοελληνικού κόσμου θησαυρισμένες σε μια μικρή φράση και με μεγαλύτερη πληρότητα απ’ ό,τι στην πιο πετυχημένη ηθογραφία…Ας θυμηθούμε στην παράγκα του Καραγκιόζη: αυτό το ετοιμόρροπο κι όμως παράξενα ανθεκτικό κατάλυμα, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, υπηκόων και εξουσίας, έτσι που στέκει απέναντι στο φανταχτερό και μεγαλόπρεπο σεράι του πασά, ούτε μόνο το ήθος της παλιάς νεοελληνικής αστικής φτωχογειτονιάς, αλλά επίσης – και ίσως πάνω απ’ όλα – την εγγενή προσωρινότητα και τη μόνιμη ανασφάλεια όλης μας της κοινωνικής υπόστασης……………………………………………………………………………………

Εκείνο δηλαδή που υποστηρίζω είναι απλά ότι αυτό το «πρωτογενές», καθώς λέμε, θέατρο μεταφέρει κρίσιμες εμπειρίες του τόπου μας, ότι κατορθώνει να πιάσει στα δίχτυα του κάτι από το ασύλληπτο νεοελληνικό γίγνεσθαι και να το μετουσιώσει σε συμβολική εικόνα, μεταδίδοντας έτσι κάθε βράδυ στους θεατές του μια βαθιά – ανεπίγνωστη έστω – γνώση για τον κόσμο όπου ζούν, μιαν οξύτατη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα· κάτι που τόσο σπάνια πετυχαίνουν τα μαζικά θεάματα τα οποία ονομάζουμε σήμερα λαϊκά – παρά τα πλούσια μέσα που επιστρατεύουν και παρά τον υποτιθέμενο ρεαλισμό τους. Κι αυτή η διαπίστωση γεννάει ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τώρα.

Τι είναι λοιπόν εκείνο που επέτρεψε σ’ αυτό το «απλοϊκό» θέατρο να φορτιστεί με τόση αλήθεια; Πράγμα ακόμη πιο θαυμαστό: πώς αυτό το ξένο πολιτισμικό προϊόν – αφού ο Καραγκιόζης ήρθε στον τόπο μας από την Τουρκία και διαμορφώθηκε ως ολοκληρωμένο ελληνόφωνο θέαμα, με το τυπικό σκηνικό και τα τυπικά πρόσωπα που ξέρουμε, μόνο γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα – πώς αυτό το προϊόν μπόρεσε να γίνει ένας τόσο πιστός καθρέφτης του νεοελληνικού κόσμου, μια τόσο γνήσια έκφραση νεοελληνικού πολιτισμού;

Τέτοια ερωτήματα με παρακίνησαν εδώ και χρόνια να μελετήσω τον Καραγκιόζη[2]. Και η πιο ικανοποιητική σχετική απάντηση που μπόρεσα να βρώ εί –  ναι ότι αυτό το θέατρο στάθηκε δημιούργημα πολλών ανθρώπων – προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Αν, δηλαδή, ο Καραγκιόζης αποκαλύπτεται ομοούσιος με την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, αυτό πρέπει να οφείλεται πρώτα στο γεγονός ο ίδιος είναι ένα απόσταγμα κοινών εμεπιριών, αξιών, και στάσεων που μετάγγισε στάλα στάλα στις παραστάσεις του η ίδια η νεοελληνική κοινότητα· ένα έργο ομαδικό. Και όταν λέμε ομαδικό, λέμε κατ’ ανάγκην παραδοσιακό: έργο που παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο κι από τη μια γενιά στην άλλη, ώστε να γίνει κοινό κτήμα.

Αυτή είναι σχηματικά η ιδέα που δοκίμασα άλλοτε να αναπτύξω: ότι η ομαδική δημιουργία του Καραγκιόζη δεν είναι παρά η άλλη όψη του γεγονότος πως έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση και μάλιστα με παράδοση προφορική: με έργα που παραδίδονται από στόμα σε στόμα μέσω μιας πρακτικής μαθητείας και χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής· ακριβώς όπως γίνεται και με το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τις παροιμίες, με όλα τα είδη του παραδοσιακού λαϊκού λόγου, καθώς και της μουσικής. « Ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, λέγεται» είπε κάποτε στον Βάρναλη ο Μόλλας. Και τούτο είναι αποφασιστικό για την εμφάνιση της συλλογικής επεξεργασίας που υπαινίχθηκα. Πρώτο, ένα έργο, που δεν καθηλώνεται σε γραπτό κείμενο, αλλά κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, διαφοροποιείται κατ’ ανάγκην από τους διαδοχικούς ερμηνευτές του, οι οποίοι – έστω και άθελά τους – το παραλλάσουν ακατάπαυστα κι επομένως το αναδημιουργούν· και όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τον Καραγκιόζη ξέρει καλά πώς ο λόγος κάθε παράστασης είναι διαφορετικός από τον λόγο όλων των προηγούμενων παραστάσεων – ακόμα κι όταν μιλάμε για παράσταση του ίδιου έργου, παιγμένη από τον ίδιο καραγκιοζοπαίχτη, στη διάρκεια της ίδιας βραδιάς. Δεύτερο, αυτή η αέναη δημιουργία έχει εξ αρχής μια διάσταση συλλογική, καθώς ο καραγκιοζοπαίχτης – και κάθε προφορικός τεχνίτης – πλάθει την παράσταση και τον λόγο του όχι κλεισμένος στο γραφείο, αλλά μέσ’ από ένα συνεχή διάλογο με το κοινό που έχει μπροστά του, το οποίο επηρεάζει έτσι καθοριστικά, με τον έλεγχο και τις παραγγελίες του, τη δουλειά του τεχνίτη. Τρίτο, καθώς αυτός ο διάλογος επαναλαμβάνεται από παράσταση σε παράσταση, το αρχικό δημιούργημα μεταμορφώνεται ασταμάτητα σ’ ένα νέο έργο που τείνει να ανταποκριθεί ολοένα και πιο ικανοποιητικά στις ανάγκες και στα γούστα της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας. Και τέταρτο, καθώς το έργο αυτό συντηρείται όχι σ’ ένα τυπωμένο βιβλίο ή χειρόγραφο, αλλά αποκλειστικά μεσ’ από τις αλλεπάλληλες ζωντανές εκτελέσεις του, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι επιζει από τις αμέτρητες καινοτομίες των τεχνιτών, ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα εκείνο που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα, εκείνο που συγκράτησε η συλλογική μνήμη και, επομένως, ενέκρινε η ομάδα…………………..μιά τέτοια δημιουργία συντελείται πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο μιάς παράδοσης, στηρίζεται πάντα σε μια παράδοση, η οποία βρίσκεται πίσω και από τους αυτοσχεδιασμούς κάθε καραγκιοζοπαίχτη και από τη συνεργασία του παραδοσιακού κοινού του Καραγκιόζη……………………

Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης οδηγεί σ’ ένα γενικότερο στοχασμό γύρω από την παράδοση – κι όχι μόνο την προφορική. Γιατί η προφορική παράδοση αποτελεί, όπως ελπίζω θα φανεί λίγο λίγο, τη μήτρα κάθε παράδοσης, τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα της ίδιας της έννοιας του παραδοσιακού.

Συνήθως, όταν μιλάμε για παράδοση, σκεφτόμαστε κάτι στατικό, που ταυτίζεται πάνω κάτω με την προσκόλληση στο παρελθόν, τη συντήρηση, την αντίσταση στην πρόοδο· σκεφτόμαστε την άρνηση της αλλαγής, την απολίθωση των παραδεδομένων προτύπων, την αναγωγή τους σε αυθεντία. Και πράγματι, υπάρχει στις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες ένας υπερτονισμός του παρελθόντος: υπερτονισμός που αντανακλά  πρίν απ΄’ όλα αντικειμενικές ανάγκες, αφού μιλάμε για κοινωνίες κατά κανό- [25] να αναλφάβητες, χωρίς συγκροτημένη επιστήμη και με στοιχειώδη τεχνολογία· επομένως, για κοινωνίες που έχουν πολύ μικρή ικανότητα να ανανεώσουν μόνες τη γνώση τους και είναι γι’ αυτό υποχρεωμένες – αν δεν θέλουν να πάνε πίσω – να στηρίξουν πριν απ’ όλα τη ζωή τους στα προηγούμενα, στις αναγνωρισμένες πρακτικές, στη γνώση των παλαιών, με μια λέξη στη παράδοση.

Από την άλλη μεριά, όταν μελετάμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφώθηκε λ.χ. ο νεοελληνικός Καραγκιόζης ή το δημοτικό τραγούδι, αποκομίζουμε μιαν αίσθηση που δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από την πρώτη μας εντύπωση. Προτού γίνει κοινό κτήμα, η παράδοση είναι μια ενέργεια, όπως το δείχνουν δύο πασίγνωστοι στίχοι, οι οποίοι προσεγγίζουν καλύτερα από κάθε ορισμό το παραδοσιακό ήθος:

Σ’ αυτόν τον κόσμο πού’ μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα

Σ’ εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε

Αυτή η αδιάκοπη αναπροσαρμογή του παραδεδομένου ορίζει ουσιαστικά την προφορική παράδοση – και κάθε παράδοση…………………………………………….

……η παράδοση δεν αποτελεί απλώς μιαν πολιτισμική κληρονομιά, όπως αγαπάμε να το διακηρύσσουμε στις μέρες μας· αποτελεί προπάντων τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά – τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, εκφράζεται, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στο παρόν μια κοινότητα ανθρώπων. Με δυό λόγια: όχι απλώς μιαν περιουσία – το έχειν αυτής της κοινότητας – αλλά μιαν ουσία – το ίδιο της το είναι.

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για «κλασική» σκηνή του έργου  Ο Καραγκιόζης γραμματικός, όπως παίζεται ακόμα σήμερα από τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες.


[2] Από τα δύο βιβλία μου που στρέφονται γύρω από το θέατρο σκιών, αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στο Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος 1983.

Το πρόβλημα της παράδοσης, σελίδες 13-27, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003


antifono gr

 

Five million of our brothers: It is Turks who will shape Europe's future

Europe's future depends on the Turks who live there, President Recep Tayyip Erdogan told a large public rally on Thursday.